Τρίτη, 6 Σεπτεμβρίου 2016

Συνεπιβάτες στο ίδιο ψέμα

Κάθε πρωί σταματημένοι στα φανάρια
τα μάτια σου τ' ανήσυχα
νιώθω να με κοιτάζουν
πίσω απ' τα μαύρα σου γυαλιά

Κι έτσι, χωρίς χαμόγελα
δικαιωμένοι πια κι οι δυό
πατάμε γκάζι

Γκάζι και κόρνα
κι όλα θα τα προλάβουμε
κι όλα θα τ' αποκτήσουμε
κι όλους θα τους περάσουμε
γλυκειά μου

Το ντεπόζιτο μονάχα μην ξεχάσουμε
Να το γεμίσουμε στο φούλ

Εμείς θα ξεμείνουμε μόνο
από αλήθειες κι από καλημέρες

Εμείς θα είμαστε ευτυχισμένοι
κι ας μείνουμε δυό ξένοι
συνεπιβάτες
στον ίδιο δρόμο
στην ιδια πόλη
στον ίδιο κόσμο
στο ίδιο ψέμα

Και πιά δεν μας νοιάζει να είμαστε μόνοι
αρκεί που δεν είμαστε οι μόνοι.


Σάββατο, 18 Ιουνίου 2016

Το τέλος του κόσμου

Στα μάτια θα θέλα να σε κοιτάξωΤωρα που μας έμειναν λίγες μερες
Λιγες ωρες
Τωρα που ειναι πια αργά
Στα ματια θα θελα να σε κοιτάξω
και να σου πω
όλα οσα μισησα σε σένα
την υπεροψία
τον εγωισμό
την καχυποψία
την αγένεια και το ψέμα σου
και μια φορά που με μαχαίρωσες
πισώπλατα
Και μετά θα σου λεγα
και για όλα αυτα που σε σένα
με ενοχλούσαν
τις χαζες σου συνήθειες
το θράσσος σου
το εκνευριστικό σου γέλιο
και που χάθηκες μια μέρα
δίχως λόγο
Και στο τέλος θα σε κοίταζα
και θα σου λεγα
για το πόσο λυπάμαι
που δεν ήμουν εκει στις δύσκολες στιγμές σου
που δεν σου είπα ποτέ όλη την αλήθεια
που δεν εκανα τον κόπο να σε γνωρίσω βαθια
που μου είπαν πράγματα για σενα και τα πίστεψα
που δεν σου έδειξα ποτέ πόσο σε νοιαζόμουν
που ήρθες και γέμισες την ζωή μου
που δεν σου πα ποτέ σ αγαπώ
Ολα αυτά θα θελα να σου πω
που ποτέ δεν στα ειπα
γιατι πίστευα
οτι πάντα θα υπάρχει ο χρόνος
οτι θα ρθει η κατάλληλη στιγμή
που τελικά ποτέ δεν είναι κατάλληλη
και μας ποτίζει η ντροπή
το  συμφερον η αδιαφορία  η δειλια
κι ο καθωσπρεπισμός
Κι όλο περίμενα
κι όλο ανέβαλλα
Και τελικά δε είπα τίποτα
ουτε σε σένα
αλλα ούτε και σε μένα
Δεν ξέρω αν ποτέ θα το κάνω.
Αλλα θα το θελα
και δεν θα ξεκινήσω απο ενα
αντε γαμήσου
Αυτό θα το αφήσω τελευταίο
Θα αρχίσω με ένα
σε ευχαριστώ και συγνώμη.
Ισως μετά, να μην έχω ανάγκη
για τιποτε άλλο.




Παρασκευή, 11 Ιουλίου 2014

Μιά μέρα μαζί σου

Αν είχα άλλη μια μέρα μαζί σου,
θα σ έπαιρνα με τ αυτοκίνητο
να κάνουμε μια μεγάλη βόλτα.

Θα πηγαίναμε στου Φιλοπάππου
εκεί, στα πέτρινα δρομάκια,
να τρέξουμε
και να χαθούμε.
Ανάμεσα στα δέντρα.

Και θα ξαπλώναμε πάνω στα λουλούδια
και δεν θα μας ένοιαζε κανένας και τίποτα.
Και μετά θα βρίσκαμε
ένα παγκάκι να αγκαλιάσουμε,
να φάμε τον ήλιο με το κουτάλι.
Να χορτάσουμε.
Μέχρι να σκοτεινιάσει.

Αν είχα άλλη μια μέρα μαζί σου
θα σου αγόραζα ένα μεγάλο παγωτό φράουλα
και θα καθόμασταν εκεί μπροστά απ το σπίτι σου
στο μεγάλο σκαλοπάτι.
Να χαζεύουμε τους περαστικούς
και τις στριμμένες γειτόνισσες.
Και θα γελάγαμε με τα αστεία ρούχα τους
και τα μουντά τους πρόσωπα
τα τόσο αγχωμένα.

Αν είχα άλλη μια μέρα μαζί σου
θα σ' έφερνα να κάτσουμε στο δωματιάκι.
Σ εκείνο, με την μπλε ζωγραφισμένη πόρτα.
Να απλώσουμε τις μπογιές μας πάνω στο τραπέζι
και να δοκιμάσουμε να πνίξουμε τον κόσμο στο χρώμα.
Και μετά, θα σε κοίταζα και θα με κοίταζες
όλο το βράδυ.
Και δεν θα μιλούσαμε
μέχρι να μας πάρει ο ύπνος
δίπλα στη σόμπα.

Αν είχα άλλη μια μέρα μαζί σου
θα ταν όλα τόσο όμορφα.
Τόσο υπέροχα όμορφα

Και δεν θα θελα τίποτα άλλο πια.
Τίποτα.

Ίσως μόνο,
άλλη μιά μέρα.

Μαζί σου.



Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014

Ταξιδιώτης

Τι άλλο να κάνω πια εδώ.
Στο ίδιο παράθυρο, στο ίδιο τραπέζι, στην ίδια σελίδα.
Με την ίδια πένα.
Οι λέξεις με ξανασυναντούν σαν παλιές αγαπημένες στο ίδιο λευκό τοπίο.
Διαμάντια που δεν γυαλίζουν πια.
Το μελάνι μου βάλτωσε κι εγώ έχω σκουριάσει σ αυτήν την παλιά καρέκλα.
Μου φωνάζει τρίζοντας κάθε μέρα πως δεν μ αντέχει πια. 
Ούτε κι εγώ με αντέχω.
Πρέπει να βγω έξω. 
Να κυλήσω. 
Να βρω την λάμψη, την περιπέτεια, τον λόγο.
Να πιω το πράσινο απ τα μεγάλα λιβάδια,
Να αγγίξω κρυστάλλινα νερά από χαμένες θάλασσες,
Να ακούσω άγνωστα χαμόγελα
Και να με ζεστάνουν χέρια που ποτέ δεν γνώρισα. 
Εκεί θέλω να πάω.
Χωρίς μολύβι και χαρτί, χωρίς ονόματα, χωρίς πρέπει. 
Όλα να γράψουν στο μυαλό. Χωρίς φόβο. 
Ότι αξίζει άλλωστε ποτέ δεν σβήνει.
Να τριγυρίζω όλη τη μέρα και να με παίρνει ο ύπνος τα βράδια
Εκεί. 
Όπου η τύχη μου ορίσει.
Στην κοίτη ενός ποταμού, σ ένα παλιό ξενοδοχείο η στο παγκάκι μιας πλατείας.
Δεν έχει σημασία ο προορισμός.
Σημασία έχει το ταξίδι και το ταξίδι είναι εκεί έξω και περιμένει.
Θα φύγω το αποφάσισα.
Οι λευκές μου ημέρες με προστάζουν.
Δεν μπορώ να μαζέψω σύννεφα πια, πρέπει να βγω έξω να τα κυνηγήσω. 
Ένα ταξίδι χιλίων μιλίων ξεκινά μ ένα απλό βήμα λένε.
Το απλό όμως είναι και το πιο δύσκολο
Λέω να κατηφορίσω τον πρώτο δρόμο που θα βρω μπροστά μου
και δεν με νοιάζει που θα βγάλει.
Σε ένα μικρό μονοπάτι ή σε μια πλατιά λεωφόρο. Δεν παίζει ρόλο.
Δεν υπάρχουν αδιέξοδα.
Είμαι ποιητής εγώ κι ανοίγω χωματόδρομους.
Κόντρα στο ρεύμα, κόντρα στον καιρό, κόντρα στον θάνατο.
Η ουσία είναι να πηγαίνω μπροστά.
Να γεμίσω παράσημα απ τον ήλιο τη βροχή και τη σκόνη.
Και να χαμογελάω. Σαν να μην υπάρχει αύριο.
Να μιλάω με τους ανθρώπους.
Θα καθόμαστε ολόγυρα σε μεγάλα ξύλινα τραπέζια και θα πίνουμε κρασί. 
Άγνωστος με άγνωστο. 
Και ζαλισμένοι να μου μιλάνε για τα όχι τους τα θέλω και τα γιατί τους.
Να ακούω τις ιστορίες τους τη νύχτα και το πρωί να φεύγω
αφήνοντας πίσω μου το γραφτό τους.
Χωρίς αντίτυπα.
Και να συνεχίζω. Με οποιοδήποτε μέσο με οποιοδήποτε τρόπο.
Στη θάλασσα θέλω να φτάσω να με φιλήσει η αρμύρα στο πρόσωπο.
Να πάρει γεύση αυτή η άνοστη ζωή.
Να τη χρωματίσω με δανεικό μπλέ
Και πρίν χορτάσω να κατέβω στο πρώτο λιμάνι λαθρεπιβάτης μιας εμπειρίας.
Κι εκεί να συμβεί πάλι το ίδιο.
Με τους ίδιους αγνώστους σε άλλο τραπέζι μια τέτοια στιγμή.
Και ξανά πίσω
Σε νέο ταξίδι.
Θέλω να κολυμπήσω όλο τον κόσμο.
Να γίνω ένας εξερευνητής που δεν θα ψάχνει για χώμα αλλά για λέξεις.
Που θα τις φυλάξω ευλαβικά στο πίσω μέρος του μυαλού μου μέχρι να ωριμάσουν. 
Κι ύστερα θα επιστρέψω. Στην καρέκλα που τρίζει.
Δεν θα ναι όμως ποτέ πια η ίδια.
Τίποτα δεν θα ναι.
Ξεκινάω σε λίγο.
Κι αφήνω πίσω μου το μέτριο παίρνοντας στις αποσκευές μου το πιο μικρό.
Το πιο απαραίτητο. 

Εμένα


Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Αποκωδικοποιημένοι

Και συνεχίζουμε απτόητοι.
Χτισμένοι μέσα στα τσιμέντα,
εγκλωβισμένοι πίσω από σίδερα,
πνιγμένοι στα καλώδια.

Κλειδωμένοι πίσω από πόρτες ασφαλείας,
μέσα σε αστραφτερά αυτοκίνητα,  
ζαλισμένοι  μπροστά σε υπολογιστές.

Θαφτήκαμε κάτω από σωρούς χαρτιά,
χαλασμένα συρραπτικά και άδεια δοχεία μελανιών.
Μ αυτά τα όπλα πολεμάμε.
Κάθε μέρα.
Χωρίς στρατηγική.
Με λάθος στόχο.

Είμαστε αυτοί.
Που δεν γνωρίσαμε ποτέ τη μυρωδιά που έχει το χώμα.
Που δεν νοιώσαμε το άγγιγμα της βροχής.
Που δεν ξαποστάσαμε κάτω από ένα δέντρο μέσα στο λιοπύρι.
Που δεν ξέρουμε τι γεύση έχει ο καρπός τη ροδιάς.
Αυτός  που ωρίμασε,
από τον δικό μας ιδρώτα.

Όλα αυτά είναι τόσο έξω από μας.
Μάθαμε στα έτοιμα.
Όλα στο χέρι.
Πιστέψαμε  ότι πάμε μπροστά.
Ότι εξελιχθήκαμε.
Αλλά συναισθηματικά είμαστε ακόμα πρωτόγονοι.

Και συνεχίζουμε απτόητοι
να αναζητάμε την ψυχή μας
σε όλα αυτά τα άψυχα.
Στα τηλεκοντρόλ και στα βύσματα.
Στα λάπτοπ  και στους αποκωδικοποιητές.
Κι έτσι είναι τα χαμόγελά μας πια, δυστυχώς.

Μηχανικά.
Κι αποκωδικοποιημένα.


Πέμπτη, 7 Φεβρουαρίου 2013

Καθρέφτης

Είσαι ένας γυάλινος καθρέφτης
που όταν μέσα του κοιτάζεις
βλέπεις στα μάτια σου εσένα
και τρομάζεις

Ο αυστηρότερος κριτής σου
σε κάνει πάντα να δακρύζεις
νομίζεις ότι σε μισεί
έτσι νομίζεις

Είναι εκείνος που σου λέει
ποτέ ξανά τα ίδια λάθη
και κάθε μέρα σε ρωτάει
τι έχεις μάθει

Μην τον φοβάσαι κοίταξε τον
και ψάξε μέσα του τις λύσεις   
έχει κρυμμένες να σου δώσει
απαντήσεις
                           
Άκου με πρόσεξε μην σπάσει
γιατί όταν θρύψαλα θα γίνει
τι θα σου μείνει να κοιτάζεις
τι θα μείνει

Χίλια στο πάτωμα κομμάτια
θα είναι τα εγώ σου σκορπισμένα
θα κοροϊδεύουν ότι μοιάζουνε
με σένα

Δεν θα ναι ίδιος και το ξέρεις
γυαλί γυαλί κι αν τον κολλήσεις
δεν θα σαι συ όσο πολύ
κι αν προσπαθήσεις

Για αυτό καλά να τον φυλάξεις
και να του λες τα μυστικά σου
πες του τα πάντα κι άνοιξε του
την καρδιά σου

Να σαι ο γυάλινος καθρέφτης
που όταν μέσα του κοιτάζεις
βλέπεις στα μάτια σου σε σένα
ότι μοιάζεις


Κυριακή, 18 Νοεμβρίου 2012

Μικρές χαμένες παρενθέσεις

Κι έπιασε κρύο.
Καιρός για δύο.
Έτσι λένε.
Nα βρεις κάποιον
να σπάσετε στα δύο την σιωπή.
Έτσι σου λένε.
Κι εσύ το μόνο που έχεις
είναι εσένα
κι έναν χάλια καιρό.
Και τι να κάνεις?
Τι μπορείς να κάνεις...

Είναι κάτι μέρες
που δεν βρίσκεις δύναμη.
Ούτε κουράγιο.
Κάθεσαι απλά στην καρέκλα σου.
Και σκέφτεσαι
Κρατάς εσένα σιωπηλός
Κι όλο σκέφτεσαι...

Κάτι φιλιά που έλιωσαν στο χρόνο.
Κάτι φίλους που χάθηκαν στο πουθενά.
Κάτι φωνές που έσβησαν στη σιωπή
Κάτι μέρες που δε γύρισαν ποτέ.
Κι έμεινες εσύ
Μέσα στο άδειο σπίτι σου
Μόνο εσύ
Κι ο χειμώνας.

Και τι να κάνεις?
Τι μπορείς να κάνεις?
Κι όλοι σου λένε βγές.
Τρέχα, γέλα, ξέχνα, χάσου.
Κι όλοι σου λένε ξύπνα.
Τρέξε, μίλα, προσπάθησε, ζήσε.
Μα είναι μόνο λόγια. Απλά λόγια...
Που χωρίς ψυχή και κουράγιο, ειν' ένα τίποτα.

Είναι κάτι μέρες που όλες οι λέξεις μοιάζουν λίγες
Είναι κάτι μέρες που όλες οι εικόνες είναι ασπρόμαυρες
Είναι κάτι μέρες που το μόνο που θες είναι να κουρνιάσεις στη γωνιά σου.
Είναι κάτι μέρες που θέλεις να περάσουν χωρίς να βγάλεις κουβέντα.
Χωρίς τηλέφωνα.
Χωρίς μηνύματα.
Χωρίς παρουσίες.
Χωρίς όρεξη.
Κι ας ξέρεις ότι είναι οι μέρες που δεν έζησες.
Οι μέρες που σε άφησαν πίσω τους.
Κι όλο ψάχνεις και ρωτάς.
Τι να φταίει?
Αυτή η πόλη, αυτός ο καιρός, αυτή η μέρα, εσύ?
Τι φταίει?

Πάντα εκεί γυρίζεις.
Στα ερωτηματικά σου.
Κι ας γνωρίζεις τις απαντήσεις από πριν.
Κι ας ξέρεις ότι η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από παρενθέσεις.
Σκόρπιες παρενθέσεις.
Καρφωμένες πάνω σ ένα μεγάλο συννεφιασμένο κείμενο.
Κι όσο μεγαλώνεις, τόσο πιο δύσκολα τις βρίσκεις.
Και γίνονται όλο πιο μικρές.
Τόσο μικρές.
Έτσι είναι όμως.
Αυτή είναι η ζωή τελικά.
Μικρές χαμένες παρενθέσεις.
Και πρέπει να μάθεις
Να μάθεις να ζεις μέσα τους.
Και να επιβιώνεις απ έξω...